Gadit
English

dignify

Ελληνικάτιμώ
Ορισμοί
1ρήμαΝα δώσεις αξία ή τιμή σε κάτι ή κάποιον, συχνά κάνοντάς το να φαίνεται πιο σημαντικό ή σεβαστό.
Η παρουσία του προέδρου στην εκδήλωση έδωσε κύρος στην περίσταση.
Η τέχνη μπορεί να ανυψώσει και να τιμήσει την καθημερινή ζωή.
Η ομιλία του καθηγητή έδωσε κύρος στο συνέδριο.
Προέλευση λέξης
Γλώσσα
Latin
Αρχική λέξη
dignificare
Μέρη της λέξης
dignus (αξιοπρεπής) + facere (κάνω)
Αρχικά σήμαινε
να κάνω κάτι αξιοπρεπές ή τιμητικό
Υπόβαθρο
Η λέξη προέρχεται από το λατινικό 'dignificare', που σημαίνει να κάνεις κάτι αξιοπρεπές ή τιμητικό. Χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει την πράξη του να δίνεις αξία ή τιμή σε κάτι ή κάποιον.