Gadit
English

foray

Ελληνικάεπιδρομή
Ορισμοί (2)
1ουσιαστικόΜια ξαφνική επίθεση ή επιδρομή σε εχθρικό έδαφος, συνήθως με σκοπό τη λεηλασία.
Οι στρατιώτες ετοιμάστηκαν για μια επιδρομή στο εχθρικό χωριό.
Η επιδρομή τους ήταν επιτυχής και επέστρεψαν με λάφυρα.
Η επιδρομή στο κάστρο έγινε τη νύχτα.
2ουσιαστικόΜια σύντομη και τολμηρή επίσκεψη σε ένα νέο ή άγνωστο πεδίο, συχνά για εξερεύνηση ή δοκιμή.
Η πρώτη του επιδρομή στον κόσμο των επιχειρήσεων ήταν επιτυχής.
Η επιδρομή της στην τέχνη την έκανε διάσημη.
Η επιδρομή του στην πολιτική ήταν σύντομη αλλά έντονη.
Προέλευση λέξης
Γλώσσα
Middle English
Αρχικά σήμαινε
ξαφνική επίθεση ή επιδρομή
Υπόβαθρο
Η λέξη 'foray' προέρχεται από τη Μέση Αγγλική λέξη 'forrayen', που σημαίνει επιδρομή ή λεηλασία. Αρχικά χρησιμοποιήθηκε για στρατιωτικές επιθέσεις, αλλά με τον καιρό επεκτάθηκε για να περιγράψει οποιαδήποτε τολμηρή ή εξερευνητική ενέργεια.