Gad
it
Ελληνικά
Σύνδεση
EL
Αγγλικά
foray
Ελληνικά
επιδρομή
Ορισμοί
(2)
1
ουσιαστικό
Μια
ξαφνική
επίθεση
ή
επιδρομή
σε
εχθρικό
έδαφος
,
συνήθως
με
σκοπό
τη
λεηλασία
.
Οι
στρατιώτες
ετοιμάστηκαν
για
μια
επιδρομή
στο
εχθρικό
χωριό
.
Η
επιδρομή
τους
ήταν
επιτυχής
και
επέστρεψαν
με
λάφυρα
.
Η
επιδρομή
στο
κάστρο
έγινε
τη
νύχτα
.
Εικόνα
Για παιδιά
Γράψε πρόταση
Στο τετράδιο
Κουίζ
Παιχνίδια λέξεων
2
ουσιαστικό
Μια
σύντομη
και
τολμηρή
επίσκεψη
σε
ένα
νέο
ή
άγνωστο
πεδίο
,
συχνά
για
εξερεύνηση
ή
δοκιμή
.
Η
πρώτη
του
επιδρομή
στον
κόσμο
των
επιχειρήσεων
ήταν
επιτυχής
.
Η
επιδρομή
της
στην
τέχνη
την
έκανε
διάσημη
.
Η
επιδρομή
του
στην
πολιτική
ήταν
σύντομη
αλλά
έντονη
.
Εικόνα
Για παιδιά
Γράψε πρόταση
Στο τετράδιο
Κουίζ
Παιχνίδια λέξεων
Προέλευση λέξης
Γλώσσα
Middle English
Αρχικά σήμαινε
ξαφνική επίθεση ή επιδρομή
Υπόβαθρο
Η λέξη 'foray' προέρχεται από τη Μέση Αγγλική λέξη 'forrayen', που σημαίνει επιδρομή ή λεηλασία. Αρχικά χρησιμοποιήθηκε για στρατιωτικές επιθέσεις, αλλά με τον καιρό επεκτάθηκε για να περιγράψει οποιαδήποτε τολμηρή ή εξερευνητική ενέργεια.
Αυτή η λέξη σε άλλες γλώσσες
Αγγλικά
Αραβικά
Ρωσικά
Τσεχικά
Ιταλικά
Ιαπωνικά
Αμχαρικά
Ουκρανικά
Ολλανδικά
Αφρικάανς
Βεγγαλικά
Δανικά
Περισσότερες λέξεις
cholera
cleaver
darn it
dignify
enumerate
excited
ineptitude
legation
lice
maim
multitude
relic
Όλες οι λέξεις