Gadit
English

legation

Ελληνικάδιπλωματική αποστολή
Ορισμοί
1ουσιαστικόΜια ομάδα διπλωματών που εκπροσωπούν τη χώρα τους σε μια ξένη χώρα, αλλά με χαμηλότερο βαθμό από μια πρεσβεία.
Η ελληνική legation στη Ρώμη εργάζεται για την προώθηση των ελληνοϊταλικών σχέσεων.
Η legation των Ηνωμένων Πολιτειών στη Σουηδία ασχολείται με εμπορικά ζητήματα.
Η legation της Ιαπωνίας στη Γαλλία διοργάνωσε μια πολιτιστική εκδήλωση.
Προέλευση λέξης
Γλώσσα
Latin
Αρχική λέξη
legatio
Μέρη της λέξης
legare (να στέλνω ως απεσταλμένο) + -tion (δράση ή διαδικασία)
Αρχικά σήμαινε
η αποστολή ενός απεσταλμένου
Υπόβαθρο
Η λέξη προέρχεται από τη λατινική λέξη 'legatio', που σημαίνει την αποστολή ενός απεσταλμένου. Χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει ομάδες διπλωματών που εκπροσωπούν τη χώρα τους στο εξωτερικό, αλλά με χαμηλότερο βαθμό από μια πρεσβεία.