Gadit
English

receipe

Ελληνικάσυνταγή
recipe
Ορισμοί
1ουσιαστικόΜια σειρά οδηγιών για την προετοιμασία ενός φαγητού ή ποτού, συνήθως με μια λίστα συστατικών και λεπτομερείς οδηγίες.
Η γιαγιά μου μου έδωσε μια παλιά συνταγή για κέικ.
Ακολούθησα τη συνταγή και το φαγητό βγήκε υπέροχο.
Η συνταγή απαιτεί δύο φλιτζάνια αλεύρι και ένα φλιτζάνι ζάχαρη.
Προέλευση λέξης
Γλώσσα
Latin
Αρχική λέξη
recipere
Αρχικά σήμαινε
να λάβεις ή να πάρεις
Υπόβαθρο
Η λέξη "recipe" προέρχεται από τη λατινική λέξη "recipere", που σημαίνει "να λάβεις". Χρησιμοποιήθηκε αρχικά για ιατρικές συνταγές και αργότερα επεκτάθηκε στη μαγειρική.