Gadit
English

Stubborn

Ελληνικάπεισματάρης
Ορισμοί
1επίθετοΑν κάποιος είναι πεισματάρης, αρνείται να αλλάξει γνώμη ή στάση, ακόμα κι αν υπάρχουν καλοί λόγοι για να το κάνει.
Ο Τζον είναι τόσο πεισματάρης που δεν θα παραδεχτεί ποτέ ότι έκανε λάθος.
Η Μαρία είναι πεισματάρα και δεν θα αλλάξει γνώμη εύκολα.
Παρά τις συμβουλές των φίλων του, ο Πέτρος παρέμεινε πεισματάρης στην απόφασή του.
Προέλευση λέξης
Γλώσσα
Old English
Αρχική λέξη
stibor
Αρχικά σήμαινε
σταθερός, ανθεκτικός
Υπόβαθρο
Η λέξη 'stubborn' προέρχεται από την παλαιά αγγλική λέξη 'stibor', που σημαίνει σταθερός ή ανθεκτικός. Η χρήση της για να περιγράψει κάποιον που δεν αλλάζει γνώμη είναι σχετικά πρόσφατη.