Gadit
Αγγλικά

sublimate

Ελληνικάεξευγενίζω
Ορισμοί (2)
1ρήμαΜετατροπή μιας ουσίας από στερεή σε αέρια κατάσταση χωρίς να περάσει από την υγρή φάση.
Η ξηρός πάγος υποβάλλεται σε εξάχνωση όταν εκτίθεται σε ατμοσφαιρική πίεση.
Η εξάχνωση είναι μια διαδικασία που χρησιμοποιείται στην παραγωγή καθαρών κρυστάλλων.
Η εξάχνωση μπορεί να παρατηρηθεί όταν το ιώδιο θερμαίνεται.
2ρήμαΜετατροπή μιας επιθυμίας ή παρόρμησης σε κοινωνικά αποδεκτή μορφή.
Ο καλλιτέχνης εξευγενίζει τα συναισθήματά του μέσω της τέχνης.
Η ψυχολογία συχνά εξετάζει πώς οι άνθρωποι εξευγενίζουν τις επιθυμίες τους.
Η μουσική μπορεί να είναι ένας τρόπος εξευγενισμού των συναισθημάτων.
Προέλευση λέξης
Γλώσσα
Latin
Αρχική λέξη
sublimare
Μέρη της λέξης
sub (κάτω) + limen (κατώφλι)
Αρχικά σήμαινε
ανύψωση πάνω από το κατώφλι
Υπόβαθρο
Η λέξη προέρχεται από το λατινικό 'sublimare', που σημαίνει ανύψωση. Χρησιμοποιήθηκε αρχικά στην αλχημεία για να περιγράψει τη διαδικασία μετατροπής μιας ουσίας σε αέριο.