Gadit
Αγγλικά

windward

Ελληνικάπροσήνεμος
Ορισμοί
1επίθετοΗ πλευρά ενός αντικειμένου ή περιοχής που είναι στραμμένη προς την κατεύθυνση από την οποία φυσάει ο άνεμος.
Το πλοίο έπλευσε προς την προσήνεμη πλευρά του νησιού.
Οι προσήνεμες πλαγιές του βουνού είναι πιο υγρές λόγω των ανέμων.
Ο καπετάνιος αποφάσισε να αγκυροβολήσει στην προσήνεμη πλευρά για καλύτερη προστασία.
Προέλευση λέξης
Γλώσσα
English
Μέρη της λέξης
wind (άνεμος) + ward (προς)
Αρχικά σήμαινε
προς την κατεύθυνση του ανέμου
Υπόβαθρο
Η λέξη 'windward' προέρχεται από την αγγλική γλώσσα και χρησιμοποιείται για να περιγράψει την πλευρά που είναι στραμμένη προς τον άνεμο. Χρησιμοποιείται συχνά στη ναυτιλία και τη μετεωρολογία.