Gad
it
Παιδιά
Ελληνικά
Σύνδεση
Παιδιά
EL
Αγγλικά
relic
Ελληνικά
λείψανο
Ορισμοί
(2)
1
ουσιαστικό
Ένα
αντικείμενο
που
έχει
επιβιώσει
από
μια
παλαιότερη
εποχή
και
έχει
ιστορική
ή
συναισθηματική
αξία
.
Το
μουσείο
φιλοξενεί
πολλά
λείψανα
από
την
αρχαία
Ελλάδα
.
Η
οικογένεια
διατηρεί
ένα
λείψανο
από
τον
παππού
τους
,
ένα
παλιό
ρολόι
.
Οι
αρχαιολόγοι
ανακάλυψαν
ένα
λείψανο
από
την
εποχή
των
Ρωμαίων
.
Εικόνα
Για παιδιά
Γράψε πρόταση
Στο τετράδιο
Κουίζ
Παιχνίδια λέξεων
2
ουσιαστικό
Ένα
μέρος
του
σώματος
ή
προσωπικό
αντικείμενο
ενός
αγίου
που
διατηρείται
ως
ιερό
.
Η
εκκλησία
φυλάσσει
λείψανα
αγίων
σε
ειδικές
θήκες
.
Πολλοί
πιστοί
επισκέπτονται
το
μοναστήρι
για
να
δουν
τα
λείψανα
του
αγίου
.
Τα
λείψανα
του
αγίου
εκτίθενται
κατά
τη
διάρκεια
της
γιορτής
.
Εικόνα
Για παιδιά
Γράψε πρόταση
Στο τετράδιο
Κουίζ
Παιχνίδια λέξεων
Προέλευση λέξης
Γλώσσα
Latin
Αρχική λέξη
reliquiae
Αρχικά σήμαινε
υπόλοιπο, κάτι που έχει απομείνει
Υπόβαθρο
Η λέξη 'relic' προέρχεται από τη λατινική λέξη 'reliquiae', που σημαίνει υπόλοιπο ή κάτι που έχει απομείνει. Χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να περιγράψει τα ιερά λείψανα των αγίων.
Αυτή η λέξη σε άλλες γλώσσες
Αγγλικά
Αραβικά
Ρωσικά
Γαλλικά
Γερμανικά
Τσεχικά
Ιταλικά
Ιαπωνικά
Χίντι
Τουρκικά
Πολωνικά
Περισσότερες λέξεις
foray
ineptitude
legation
lice
maim
multitude
retardation
smug
stubborn
sublimate
typhus
windward
Όλες οι λέξεις