Gadit
English

ineptitude

Ελληνικάαδεξιότητα
Ορισμοί
1ουσιαστικόΗ έλλειψη ικανότητας ή δεξιότητας σε κάτι, συνήθως με αποτέλεσμα αδέξιες ή ανεπιτυχείς προσπάθειες.
Η αδεξιότητά του στη μαγειρική ήταν εμφανής όταν έκαψε το φαγητό.
Η αδεξιότητά της στο χορό την έκανε να σκοντάψει στη σκηνή.
Η αδεξιότητα του οδηγού προκάλεσε το ατύχημα.
Προέλευση λέξης
Γλώσσα
Latin
Μέρη της λέξης
ineptus (ανόητος, αδέξιος) + -tude (κατάσταση, ποιότητα)
Αρχικά σήμαινε
κατάσταση αδεξιότητας ή ανικανότητας
Υπόβαθρο
Η λέξη 'ineptitude' προέρχεται από τη λατινική λέξη 'ineptus', που σημαίνει ανόητος ή αδέξιος. Χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει την έλλειψη ικανότητας ή δεξιότητας σε κάτι.