Gadit
Αγγλικά

multitude

Ελληνικάπλήθος
Ορισμοί
1ουσιαστικόΈνας μεγάλος αριθμός ανθρώπων ή πραγμάτων.
Υπήρχε μια μεγάλη πλήθος ανθρώπων στο φεστιβάλ.
Η βιβλιοθήκη διαθέτει μια πλήθος βιβλίων.
Η πόλη είναι γνωστή για την πλήθος των πολιτιστικών της εκδηλώσεων.
Προέλευση λέξης
Γλώσσα
Latin
Αρχική λέξη
multitūdō
Μέρη της λέξης
multus (πολύς) + -tūdō (κατάληξη που δηλώνει κατάσταση ή ποιότητα)
Αρχικά σήμαινε
πολύς αριθμός
Υπόβαθρο
Η λέξη 'multitude' προέρχεται από τη λατινική λέξη 'multitūdō', που σημαίνει 'πολύς αριθμός'. Χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει μεγάλες ομάδες ανθρώπων ή πραγμάτων από την αρχαιότητα.