Gadit
English

enumerate

Ελληνικάαπαριθμώ
Ορισμοί
1ρήμαΑναφέρω ή καταγράφω στοιχεία ένα προς ένα, συνήθως με αριθμητική σειρά.
Ο καθηγητής ζήτησε από τους μαθητές να απαριθμήσουν τα κύρια γεγονότα της ιστορίας.
Η λίστα απαριθμεί όλα τα απαραίτητα υλικά για το έργο.
Πρέπει να απαριθμήσουμε τα βήματα της διαδικασίας για να την κατανοήσουμε καλύτερα.
Προέλευση λέξης
Γλώσσα
Latin
Αρχική λέξη
enumerare
Μέρη της λέξης
e (έξω) + numerare (μετρώ)
Αρχικά σήμαινε
μετρώ ή καταγράφω ένα προς ένα
Υπόβαθρο
Η λέξη προέρχεται από το λατινικό 'enumerare', που σημαίνει να μετράς ή να καταγράφεις κάτι ένα προς ένα. Χρησιμοποιείται στα αγγλικά από τον 16ο αιώνα.