Gadit
English

cholera

Ελληνικάχολέρα
Ορισμοί
1ουσιαστικόΜια σοβαρή μολυσματική ασθένεια που προκαλείται από το βακτήριο Vibrio cholerae, η οποία χαρακτηρίζεται από σοβαρή διάρροια και αφυδάτωση.
Η χολέρα μπορεί να εξαπλωθεί μέσω μολυσμένου νερού.
Η επιδημία χολέρας προκάλεσε πανικό στην πόλη.
Οι γιατροί εργάζονται για να ελέγξουν την εξάπλωση της χολέρας.
Προέλευση λέξης
Γλώσσα
Greek
Αρχική λέξη
χολέρα
Αρχικά σήμαινε
χολή, χολή
Υπόβαθρο
Η λέξη 'χολέρα' προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη 'χολή', που σημαίνει χολή. Στην αρχαιότητα, η χολέρα θεωρούνταν ότι σχετίζεται με την υπερβολική παραγωγή χολής στο σώμα.